απόβλητος


απόβλητος
-η, -ο (AM ἀπόβλητος, -ον) [αποβάλλω]
1. αυτός που έχει αποβληθεί από κάπου
2. ο απομονωμένος, ο αξιοκαταφρόνητος
αρχ.
εκείνος που είναι δυνατόν να χαθεί
νεοελλ.
το ουδ. ως ουσ. βιομηχανικά απόβλητα
κάθε στερεή, υγρή ή αέρια ουσία ή και η θερμότητα που προκύπτουν από παραγωγικές διαδικασίες και έχουν οικονομική αξία μικρότερη από το κόστος ανάκτησης τους.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀπόβλητος — to be thrown away masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απόβλητος — η, ο αυτός που διώχτηκε, που αποκλείστηκε: Ανήκε στους απόβλητους της κοινωνίας· το ουδ. ως ουσ. στον πληθ., τα απόβλητα οι ακαθαρσίες από τις διάφορες επεξεργασίες υλών στα εργοστάσια: Τα απόβλητα των εργοστασίων συντελούν πολύ στη μόλυνση του… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀποβλητότερον — ἀπόβλητος to be thrown away adverbial comp ἀπόβλητος to be thrown away masc acc comp sg ἀπόβλητος to be thrown away neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπόβλητον — ἀπόβλητος to be thrown away masc/fem acc sg ἀπόβλητος to be thrown away neut nom/voc/acc sg ἀποβάλλω throw off aor ind act 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποβλήτοις — ἀπόβλητος to be thrown away masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποβλήτου — ἀπόβλητος to be thrown away masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποβλήτους — ἀπόβλητος to be thrown away masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποβλήτων — ἀπόβλητος to be thrown away masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποβλήτῳ — ἀπόβλητος to be thrown away masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπόβλητα — ἀπόβλητος to be thrown away neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.